Φεβρουάριος 2011
Η ελαιοκομική συγκυρία
Η ελαιοκομική συγκυρία
Ενώ η συγκομιδή του ελαιοκάρπου στην Ιταλία και στην Ελλάδα βαίνει προς το τέλος της στην Ισπανία θα συνεχιστεί ακόμη για δυο μήνες. Η αυξηση των ισπανικών εξαγωγών δεν εξαλοίφει τις ανησυχίες για τα μεγάλα αποθέματα.
Ενώ η συγκομιδή του ελαιοκάρπου στην Ιταλία και στην Ελλάδα βαίνει προς το τέλος της στην Ισπανία θα συνεχιστεί ακόμη για δυο μήνες.
Τα προσωρινά στοιχεία δίνουν την παραγωγή στην Ιταλία να ανέρχεται γύρω στους 550.000 τόνους (+6% σε σχέση με το 2009). Ποσό χαμηλότερο από τον μέσο όρο της προηγούμενης τετραετίας (580.000 τόνους).
Η ιταλική παραγωγή προστέθηκε σε μια αγορά σημαντικά ελλειμματική (με 290.000 τόνους εισαγωγές) χωρίς αποθέματα από την προηγούμενη χρονιά.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο η περιορισμένη αύξηση της παραγωγής συνέβαλε στην αύξηση των τιμών που διακυμαίνονται σήμερα σε ένα επίπεδο κατά μέσον όρο υψηλότερο του 15-16 % σε σχέση με την ίδια περίοδο του 2010 όταν στην Ελλάδα και στην Ισπανία βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο της ίδιας περιόδου του 2010.
Ενώ στις προηγούμενες δεκαετίες η μείωση της παραγωγής στην Ιταλία ενέβαζε συνήθως τις ελληνικές τιμές στη παραγωγή την τελευταία πενταετία ιδιαίτερα η επιρροή αυτή ελαττώθηκε γιατί οι ιταλικές εισαγωγές στράφηκαν προς την Ισπανία ( χοντρικά, στα 3 κιλά ιταλικών εισαγωγών 2 προέρχονται από την Ισπανία κι 1 μόνο από την Ελλάδα το οποίο κάθε χρόνο γίνεται μικρότερο)
Έτσι σήμερα οι ευρωπαϊκές τιμές του ελαιολάδου καθορίζονται κατά κύριο λόγο από την ισπανική και ελληνική προσφορά που και οι δυο είναι ισχυρά πλεοναστικές. Η Ισπανία με 19 κιλά περίπου πλεόνασμα κατά κάτοικο και η Ελλάδα με 9.Ποσοστιαία όμως στα 10 κιλά ευρωπαϊκών πλεονασμάτων 9 προέρχονται από την Ισπανία και 1 από την Ελλάδα.
Είναι αυτή η αιτία για την οποία, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, η διακύμανση των ευρωπαϊκών τιμών στην παραγωγή εξαρτάται κατά κυριότερο λόγο από το ποσοτικό επίπεδο της ισπανικής παραγωγής κι από την επιρροή μιας τυχούσας ύφεσης της παγκόσμιας κατανάλωσης η οποία όμως μακροπρόθεσμα είναι σε μικρή αλλά σταθερή άνοδο.
Η σύνδεση αυτή της ελληνικής ελαιοκομίας με την ιταλική αγορά (στην οποία διοχετεύει χύμα τα 70- 80% των πλεονασμάτων της) και εξ αντανακλάσεως με την Ισπανική έχει σαν αποτέλεσμα την εξάρτηση σήμερα των ελληνικών τιμών στον παραγωγό, κατά ένα μεγάλο βαθμό, από την διακύμανση των τιμών του εισαγόμενου ισπανικού λαδιού στην Ιταλία.
Σήμερα πράγματι η τιμή του λαδιού στην Μεσσηνία διακυμαίνεται στο ίδιο σχεδόν επίπεδο με την χοντρική τιμή άφιξης του ισπανικού λαδιού στην Ιταλία.
Αυτό λίγο πολύ έγινε και αυτόν τον πρώτο μήνα 2011 που έκλεισε.
Οι προοπτικές για τους ερχόμενους μήνες θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από τον τελικό όγκο της ισπανικής παραγωγής κι από την διαμόρφωση της εσωτερικής της ελαιοαγοράς.
Τα μηνύματα δεν είναι από τα πιο ενθαρρυντικά.
Το πόρισμα της γνωμοδοτικής επιτροπής του Ισπανικού οργανισμού ελαιολάδου (Agencia para el Aceite de Oliva)- αποτέλεσμα της ανάλυσης που έγινε στην σύσκεψής της της 26 Γενάρη- αναφέρει ότι ενώ η νέα ελαιοκομική περίοδος εμπορίας άρχισε την 1 Οκτώβρη με 420 χιλιάδες τόνους αποθεμάτων η παραγωγή στο τρίμηνο 1.10/31.12.2010 ανήλθε στου 523.000 τόνους. Μεγαλύτερη κατά το 29 % σε σχέση με την ίδια περίοδο του2009 και 19% σε σύγκριση με το μέσο όρο της ίδιας περιόδου των τελευταίων τεσσάρων εποχών, ένδειξη της αυξητικής τάσης της παραγωγής και την φετινή χρονιά παρ’ όλο που κατά το 2009/2010 πραγματοποιήθηκε μια παραγωγή ρεκόρ (1.400.000 τόνους).
Η σημαντική αυτή αύξηση όμως ,σε σχέση με την περασμένη σεζόν, κατά τους ισπανούς αναλυτές οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι το Δεκέμβρη του 2009 η συγκομιδή είχε παραλύσει λόγω των κακών καιρικών συνθηκών, με αποτέλεσμα η παραγωγή κατά το μήνα αυτό του 2009 να ήταν χαμηλότερη από τη συνηθισμένη
Ας σημειωθεί ότι η φετινή απόδοση των ελιών (18,8%) ήταν μικρότερη κατά το 1% σε σχέση με την περασμένη χρονιά.
Παρατηρητές όμως, αγροτικής προέλευσης, υποστηρίζουν ότι τα στοιχεία αυτά μπορεί και να ’ναι λίγο παρατραβηγμένα για να διατηρηθεί η καθήλωση των τιμών στην αγορά.
Αποτελεί θετικό στοιχείο ότι η συνολική ποσότητα λαδιού που διακινήθηκε κατά το πρώτο τρίμηνο της παραγωγής 2010/2011( η φαινομενική εσωτερική κατανάλωση + εξαγωγές) έφτασε τους 346.100 τόνους, ήτοι αύξηση του 28% σε σχέση με το προηγούμενο έτος και 22% σε σύγκριση με το μέσο όρο της ίδιας περιόδου της προηγούμενης τετραετίας..
Καταπληκτική δε η άνοδος των εξαγωγών πού έφτασαν τους 224.400 τόνους (ακόμη προσωρινά στοιχεία του Δεκέμβρη) με 51% αύξηση σε σχέση με το προηγούμενο έτος και 44% σε σύγκριση με το μέσο όρο της ίδιας περιόδου της προηγούμενης τετραετίας. Ας σημειωθεί ότι οι ισπανικές εξαγωγές αυτήν την περίοδο της προηγούμενης σεζόν είχαν κατακτήσει ιστορικό ρεκόρ.
Έχει όμως τεράστια σημασία η κατεύθυνση που παίρνουν αυτές οι εξαγωγές. Αν δηλ έχουν κανιβαλικές τάσεις απέναντι στις ιταλικές και ελληνικές εξαγωγές ή όχι.
Γιατί τότε όπως είναι φυσικό θα αντανακλασθούν περισσότερο στην ελληνική αγορά.
Η υπόθεση αυτή δεν αβάσιμη γιατί η χαμηλή ποιότητα του ισπανικού λαδιού συνοδεύεται και με χαμηλές τιμές στις εξαγωγές.
Ανησυχητικό είναι επίσης το γεγονός ότι τα ισπανικά αποθέματα στις 31.12.2010 ανέρχονταν στους 608.700 τόνους, ποσό κατά το 21% υψηλότερο από το μέσο όρο της ίδιας περιόδου της προηγούμενης τετραετίας.
Θανάσης Μαυρούλης
(05.02.2011)


